Πολλές και μάταιες οι προσπάθειες ορισμού της. Καθεμιά με την ελπίδα εύρεσής της στο χαοτικό σύνολο των εκφάνσεών της. Από τον πρώτο άνθρωπο έως και σήμερα, έχουν περάσει από τον καθένα, έστω και παροδικά, σκέψεις για τη φύση, τις ποιότητες και την κριτική της. Με κάθε σκέψη εξερευνούμε προβλήματα παλαιότερων στοχασμών και θέτουμε νέες προκλήσεις για τους μελλοντικούς μελετητές της. Ο λόγος για τη διάκριση της αληθινής Τέχνης.
Πολλοί στοχαστές έχουν προσπαθήσει να εντοπίσουν τη διαφοροποιό ποιότητα μεταξύ της αληθινής και μη Τέχνης. Στον διάλογο κεντρική θέση λαμβάνει το Ωραίο. Παρά τις δυσκολίες που συναντώνται στον ορισμό των επί μέρους χαρακτηριστικών του, το Ωραίο βιώνεται στη Φύση ως συλλογική εμπειρία, επιτρέποντας μία σύντομη συμφωνία ως προς την ολότητά του. Πώς μπορεί όμως αυτή η κοινή εμπειρία και συμφωνία να μεταφερθεί στην Τέχνη; Για την απάντηση καταφεύγω στον ορισμό του Λευτέρη Κουσούλη: «Καθετί που προκαλεί, χωρίς λογική επεξεργασία, πληρότητα και τέρψη».
Στον ορισμό διαφαίνεται — ας με συγχωρέσει ο συγγραφέας για οποιαδήποτε παρερμηνεία — η έννοια της διαίσθησης. Η διαίσθηση είναι η ικανότητα αντίληψης μέσω του υποσυνείδητου. Πέρα από κάθε «λογική επεξεργασία», η διαίσθηση αποτυπώνει μία πιο άμεση εντύπωση των πραγμάτων. Πριν από κάθε ιδεολογία και συμβιβασμό που θα αλλοιώσει την ορθότητα του νου, η καθαρότητα της διαίσθησης θα αποδώσει το αυθόρμητο, το πηγαίο, το ενθουσιαστικό· το πρωτόλειο συναίσθημα της αρχικής επαφής με το έργο.
Καθώς θα μπορούσε ο καθένας μας να φέρει μία έμφυτη ικανότητα αλάνθαστης κρίσης, πιο «δύσκολα» έργα μας υπενθυμίζουν, ότι συχνά απαιτείται ένα οξύτερο αισθητήριο για να τα κατανοήσουμε πλήρως. Είναι σύνηθες να παραβλέπουμε ή και να υποβιβάζουμε οτιδήποτε ξεπερνάει τις ικανότητες αντίληψής μας. Κάθε καλλιτέχνης και έργο είναι μοναδικό, δημιουργημένο σε ένα ξεχωριστό ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο και επηρεασμένο από διαφορετικές ιδέες και τεχνικές. Αυτοί είναι παράγοντες που οφείλουμε να γνωρίζουμε και να λαμβάνουμε συνεχώς υπόψη, εάν επιθυμούμε να εισχωρήσουμε στα ενδότερα του έργου.
Ακολούθως θα καταλαβαίναμε, ότι το αισθητήριο αναπτύσσεται με τις γνώσεις και την εμπειρία με το αντικείμενο. Η εύκολη δυσανασχέτηση θα μετατρεπόταν σε αφορμή για σκέψη, σε μία προσπάθεια αποσύνθεσης του έργου με σκοπό την κατανόησή του. Και όταν τελικά οι γνώσεις και η λογική εξαντληθούν, η διαίσθηση θα επιστρέψει για να μας αποκαλύψει το δέος και το πραγματικό νόημα της Τέχνης.
Ευχαριστώ βαθύτατα την κα. Τζάλλα για τη συνδρομή της στη συγγραφή αυτού του άρθρου.



